Καλάθι 0

~ Εκδόσεις Ευγνώμων ~

«Η έμπνευσή σου μετατρέπεται

σε χειροπιαστό δημιούργημα!»

ΚΥΚΛΟΦΟΡΟΥΝ Όλες οι κυκλοφορίες του Εκδοτικού μας

Συγγραφέας του Μήνα

Eva Voss Συγγραφέας

Δεν αρέσκεται να περιαυτολογεί. Αποφεύγει τα αλλότροπα παιχνιδίσματα της χροιάς που μπορεί να έχει η φάτσα της ή η προσωπική της ζωή. Για κάποιον, όμως, που αποφασίζει να απλώσει στον ήλιο να στεγνώσουν κάποια βρεγμένα ρούχα που φορά η μαύρη ψυχή του, έχει σημασία το πώς το κάνει και γιατί. Γιατί βάζει φτερά στις λέξεις που τον πετούν έξω από τη κρυψώνα του. Επειδή τον πάνε σε νοητούς κόσμους, όπου εκούσια εξομολογείται ενώπιον του μη αμφισβητήσιμου ατέρμονου του σύμπαντος, ηχοχρώματα της ψυχής του. Εκεί θέλει να τον καταλάβουν, εκεί θέλει συντροφιά. Μια πολύπλοκη προσωπικότητα που την διακρίνει εσωστρέφεια, μα και το αντίθετο ταυτόχρονα. Που γίνεται θαμώνας του σκοταδιού και του φωτός, χωρίς να εγκλωβίζεται σε κανένα από τα δύο. Χωρίς να τα αντιπαλεύει, μα τα κατανοεί, έστω άνευ επιείκειας.

Έδωσε υπόσταση στον τρόπο προσωπικής της διερεύνησης, αναδίπλωσης και ανάτασης, η συνήθεια του διαβάσματος που εξελίχτηκε σε δίψα για γράψιμο. Η πέννα της την παίρνει όπου επιθυμεί. Άλλοτε ηθελημένα την αποπροσανατολίζει κι άλλοτε την αυτοκαθορίζει. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, μάλλον ήταν η σφοδρή επιθυμία για επιστροφή εκεί που καταγράφηκαν οι πρώτες της μνήμες. Να ξανανταμώσει αγαπημένα πρόσωπα, να ανανεώσει τους όρκους που της έδωσε η ανεμελιά και η άκρατη αθωότητα μιας άλλης εποχής. Να ξαναφιλήσει την Εύα στη χώρα των προσωπικών της θαυμάτων. Να εξευμενίσει τον πόνο και να εξιλεωθεί. Εκεί δεν ανατρέχεις σαν ψάχνεις καταφύγιο, εκεί όπου όλα παραμένουν μονίμως αναλλοίωτα και ασφαλή;

Εκεί που γεννήθηκε μια ζεστή, καλοκαιριού μέρα. Στη Μόρφου, στα βορειοδυτικά της Κύπρου. Εκεί πρωτοαντίκρισε τον ήλιο και μύρισε γιασεμί. Εκεί όπου τα πρώτα της χρόνια, φορούσαν τα αλήτικα ρούχα του παιδικού ονείρου που περιφερόταν στις αλάνες σακατεμένο από χαρά! Εκεί που πετούσε αδίστακτα από το γαλάζιο που της έγνεφε ναζιάρικα, στο πράσινο για μια λεμονάδα, χωρίς εισιτήριο. Δεν χρειαζόταν.

Μέχρι που όλα άλλαξαν. Πρόσφυγας, μετά τα γεγονότα της πίκρας και της απώλειας του 1974, κατέφυγε στα νότια του νησιού. Συνέχισε με κάποια ειρωνική δυσφορία τα μαθητικά χρόνια, σε ένα άγνωστο περιβάλλον, και ακολούθησαν σπουδές σε συνδυασμό με εργασία για τον άρτον τον επιούσιον. Μα δεν σταμάτησε να προσγειώνεται για να κρυφακούσει τις ασαφείς κουβέντες των πουλιών, ούτε το σουλατσάρισμα στα σύννεφα, μα μήτε έπαψε να περπατά επικίνδυνα κατά μήκος του μονοπατιού που ανοίγει ο χρυσαφή ήλιος στη θάλασσα σαν δύει. Αγαπά και παρατηρεί τους ανθρώπους, πασπατεύει τις σκέψεις και τις αντιδράσεις τους, θωπεύει τα συναισθήματα που παίρνουν υπόσταση στις ψυχές τους – μέσα από τις όποιες απουσίες ή παρουσίες. Βιώνει από το ζενίθ στο ναδίρ συναισθήματα που αναγκαστικά εξελίσσονται λόγω της αέναης δράσης και εναλλαγής βιωμάτων που αποτυπώνει η φιλοσοφία της ζωής. Και μέσα από αυτό εξοικειώνεται στο να αναμειγνύει με άκρατο σεβασμό δύο φλογερούς κόσμους, του ορατού και του αόρατου, της φθοράς και της αφθαρσίας.

Η αγάπη και το πάθος της, όμως, για την Κύπρο εκφράζεται για χρόνια μέσα από το επάγγελμα που θεωρεί λειτούργημα, ως ξεναγός. Χωρίς όμως τις νύχτες να εγκαταλείπει τις αγαπημένες της διόδους έκφρασης, τη συγγραφή. Κάθεται μπροστά στην οθόνη του υπολογιστή, τραβά τις κουρτίνες να ανοίξουν, αποκρυπτογραφεί το κιτρινισμένο σημειωματάριο του μυαλού, ξύνει πληγές, βάζει μια κούπα και μαζεύει το αίμα που στάζει. Μέχρι που πήρε σάρκα και οστά το βιβλίο «Μια φορά κι έναν καιρό στη Κύπρο», που μας ταξιδεύει στο ακρογιάλι μιας αλλοτινής εποχής, μακριά από τον θόρυβο του απομονωτισμού του σήμερα. Σαν παραμύθι. Έτσι κούμπωσε και ο τίτλος στο πουκάμισο του βιβλίου. Η αφήγησή της δεν μας υποδέχεται απλώς σαν αναγνώστες, μα σαν να μας προσμένει να περιπλανηθούμε συνειδητά μαζί της στο τότε, το πρόσφατο και μακρινό συνάμα. Ανοίγει παράθυρα και μας περιμένει.

Εργαστήρι Συγγραφής